dwindle Grecki

wymowa
ρήμ. μειούμαι, φθίνω

Przykładowe zdania

However, our margins are dwindling.
Εντούτοις, τα περιθώριά μας μειώνονται.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Internal taxes have dwindled as a result of the economic slowdown.
Οι εσωτερικοί φόροι μειώθηκαν ως αποτέλεσμα της οικονομικής επιβράδυνσης.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Under these conditions the dwindling birth rate should come as no surprise.
Υπό αυτές τις συνθήκες δεν υπάρχει λόγος να απορούμε για τα φθίνοντα ποσοστά γεννήσεων.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
The fact that natural resources are continually dwindling is nothing new to scientists working in the area of energy supply.
Το γεγονός ότι οι φυσικοί πόροι φθίνουν συνεχώς δεν είναι τίποτε το νέο για τους επιστήμονες, που εργάζονται στον τομέα του ενεργειακού εφοδιασμού.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Resources needed for social provisions are increasingly difficult to obtain from dwindling public sources (taxes).
Είναι ολοένα και πιο δύσκολη η εξασφάλιση πόρων για κοινωνικές παροχές από φθίνοντες δημόσιους πόρους (φόρους).
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Under these circumstances the pressure to improve the human rights situation in China is dwindling.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η πίεση για βελτίωση της κατάστασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κίνα μειώνεται.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
The third point is the so-called set aside scheme for regions which are hit hard by the dwindling fish stocks.
Το τρίτο σημείο αφορά την επονομαζόμενη ρύθμιση απόσυρσης για περιφέρειες οι οποίες πλήττονται έντονα από τη μείωση των αλιευμάτων.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Let us remember that there are a lot of differences within the European Union and, at the same time, financial resources tend to dwindle.
Ας θυμηθούμε ότι εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν πολλές διαφορές και, ταυτόχρονα, οι οικονομικοί πόροι τείνουν να μειώνονται.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
This is how we see the situation ourselves, but in the meantime, it is also clear that people's reserves are dwindling in Europe.
Έτσι αντιλαμβανόμαστε και εμείς την κατάσταση αλλά, εν τω μεταξύ, είναι επίσης σαφές ότι τα αποθέματα των ανθρώπων φθίνουν στην Ευρώπη.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Research has to be undertaken in view of dwindling stocks.
Πρέπει να γίνει έρευνα όσον αφορά τα κοπάδια των οποίων ο πληθυσμός μειώνεται.
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

decay: die, decline, degenerate, fade, deteriorate, fall


© dictionarist.com