entirely Grecki

wymowa
επίρ. εντελώς, εξ ολόκληρου, ολότελα

Przykładowe zdania

This is not entirely true.
Αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I am entirely at your service.
Θέτω τον ευατό μου στη διάθεσή σας πλήρως και ολοσχερώς .
wymowa wymowa wymowau Report Error!
In that regard I am entirely behind the Commission's approach.
Ως προς αυτό, υποστηρίζω πλήρως την προσέγγιση της Επιτροπής.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I abstained because I believe that this is a matter entirely for the Slovak Government.
Απείχα διότι πιστεύω ότι αυτό είναι ένα θέμα που εμπίπτει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα της σλοβακικής κυβέρνησης.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I imagine that you are expressing an opinion on behalf of your political group, as you are entirely justified in doing.
Υποθέτω επίσης ότι ομιλείτε εξ ονόματος της πολιτικής σας ομάδας, όπως ασφαλώς έχετε το δικαίωμα να πράξετε.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I would go along entirely with what he had to say about our Socialist Members.
Υποστηρίζω απόλυτα όσα είπε για τους σοσιαλδημοκράτες συναδέλφους μας.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
We have acted entirely in accordance with the Rules of Procedure.
Ενεργήσαμε απολύτως σύμφωνα με τον Κανονισμό.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
In this respect, my report is entirely consistent with the Chichester and Paparizov reports.
Από την άποψη αυτή, η έκθεσή μου είναι απολύτως σύμφωνη με τις εκθέσεις Chichester και Paparizov.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I realise that rising oil prices are largely responsible - but certainly not entirely.
Γνωρίζω ότι οι αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για αυτό - αλλά σίγουρα όχι εξ ολοκλήρου.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
This involves not only Ireland and the entire current European Union, but also the future of Europe, which is not yet entirely united.
Αυτό δεν αφορά μόνον την Ιρλανδία και ολόκληρη τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και το μέλλον της Ευρώπης, που δεν είναι ακόμα καθ' ολοκληρία ενωμένη.
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

1. exclusively: solely, uniquely, only
2. completely: totally, fully, altogether, wholly, quite


© dictionarist.com