line Grecki

wymowa
ουσ. αράδα, γραμμή, σειρά, στίχος, είδος, σχοινί, σπάγγος
ρήμ. καλύπτω εσωτερικώς, φοδράρω, χαρακώνω, γράφω γραμμές

Przykładowe zdania

They act in their family’s TV show, ‘Keeping up with the Kardashians’, but they also have their own fashion and makeup lines.
Παίζουν στην τηλεοπτική εκπομπή της οικογένειάς τους, «Keeping Up with the Kardashians», αλλά έχουν επίσης τις δικές τους γραμμές μόδας και μακιγιάζ.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Prince William is second in line to the throne after his father, Prince Charles.
Ο Πρίγκιπας Γουίλιαμ είναι δεύτερος στη σειρά για τον θρόνο μετά τον πατέρα του, τον Πρίγκιπα Κάρολο.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Every cloud has a silver lining.
Ουδέν κακόν αμιγές καλού.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
God is a circle whose circumference is a straight line.
Ο Θεός είναι ένας κύκλος του οποίου η περιφέρεια είναι μια ευθεία.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
He drew a straight line with his pencil.
Αυτός σχεδίασε με το μολύβι του μιά ευθεία.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I called her, but the line was busy.
Της τηλεφώνησα, αλλά ήταν απασχολημένο.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
In addition, military no-fly zones prevent planes from flying in a straight line from one airport to another.
Επιπλέον, οι στρατιωτικές ζώνες απαγόρευσης πτήσεων εμποδίζουν τα αεροπλάνα να πετούν σε μία ευθεία γραμμή από τον ένα αερολιμένα στον άλλο.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
The European Union cannot survive with new demarcation lines.
Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να επιβιώσει με νέες διαχωριστικές γραμμές.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
After 1939, private property, and in particular land, was confiscated in Lithuania in line with Soviet law.
Μετά το 1939, η ιδιωτική περιουσία, και συγκεκριμένα η γη, κατασχέθηκε στη Λιθουανία σύμφωνα με τον σοβιετικό νόμο.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Not all Europe’s problems need a line in the European Budget to deal with them.
Δεν χρειάζεται για κάθε ευρωπαϊκό πρόβλημα και μία ειδική γραμμή στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

1. family: ancestry, lineage, relative
2. row: rank, file, string, tier, echelon, queue
3. course: path, route, road, procedure, program
4. occupation: vocation, business, job, pursuit, calling
5. stripe: streak, band
6. align: order, line up, range
7. pad: quilt, embroider, face



© dictionarist.com