pithy Grecki

επίθ. σθεναρός, μυελώδης, νευρώδης

Przykładowe zdania

I was able to participate and also on various occasions to speak in the hearing. I think that the debate was pithy.
Αυτό για το οποίο κάνουμε λόγο είναι η συμφιλίωση, αλλά ίσως όχι στο βαθμό που πρότεινε ο κ. Cohn-Bendit.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
This brief and pithy resolution contained not only political but also practical wishes.
Αυτό το σύντομο και περιεκτικό ψήφισμα εμπεριείχε όχι μόνο πολιτικές αλλά και πρακτικές επιδιώξεις.
wymowa wymowa wymowau Report Error!


1. epigrammatic: compact
2. effective: forceful, useful, terse

© dictionarist.com