reputable Grecki

wymowa
επίθ. ευυπόληπτος

Przykładowe zdania

Even in the case of reputable airlines, delays are constantly being experienced supposedly for technical reasons.
Ακόμη και στην περίπτωση φημισμένων αεροπορικών εταιρειών, υπάρχουν συνεχώς καθυστερήσεις για τεχνικούς υποτίθεται λόγους.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
This system has the advantage of having already been vetted by many reputable institutions including the International Bar Association.
Το σύστημα αυτό έχει το προτέρημα ότι έχει ήδη ελεγχθεί και εγκριθεί από πολλά ευυπόληπτα θεσμικά όργανα, όπως η Διεθνής Ένωση Δικηγόρων.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Mrs Gradin has obviously always taken her duty of discretion provided for in the Treaty seriously as a responsible and reputable person.
Η κ. Gradin προφανώς λάμβανε πάντα σοβαρά υπόψη της το καθήκον της διακριτικότητας το οποίο θεμελιώνεται στη Συνθήκη σαν ένα υπεύθυνο και έντιμο άτομο.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Most reputable shopping sites ensure that money is not taken from an account.
Οι περισσότεροι σοβαροί δικτυακοί τόποι αγορών εξασφαλίζουν ότι ο λογαριασμός δεν χρεώνεται.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
This would benefit both consumers and reputable businesses alike.
Αυτό θα ωφελούσε εξίσου και τους καταναλωτές και τις ευυπόληπτες επιχειρήσεις.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
We all know that it is a prerequisite for incorruptibility, for reputable work by the police, that they must be well paid.
Όλοι γνωρίζουμε ότι οι καλές αμοιβές αποτελούν προϋπόθεση για να μην υποκύπτει στη διαφθορά και να επιτελείται αξιόπιστο έργο από την αστυνομία.
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

1. celebrated: distinguished, famous, illustrious, notable, prominent, renowned
2. having a good reputation: respectable, honest, honourable, above-board, estimable, esteemed, decent



© dictionarist.com