spiritedness Grecki

wymowa
ουσ. ζωηρότητα, ζωηρότης, ευψυχία

Przykładowe zdania

I have learned a great deal about dignity, public spiritedness and suffering from the victims that I have worked with in recent years.
Έμαθα παρά πολλά σε σχέση με την αξιοπρέπεια, το λαϊκό πνεύμα και τον πόνο από τα θύματα με τα οποία συνεργάστηκα τα τελευταία χρόνια.
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

quality of being active or spirited or alive and vigorous: spirited, life, sprightliness, vivification, chirpiness, invigoration, spirit, liveliness, activeness, animation, brio, spiritless, activity


© dictionarist.com