troubling Grecki

wymowa
[trouble] ρήμ. ταράττω, ενοχλώ, στενοχωρώ

Przykładowe zdania

The country was in a big mess and, of course, families like mine were blamed for all the mistakes and troubles.
Η χώρα ήταν ένα μεγάλο χάος και, φυσικά, οικογένειες όπως η δική μου είχαν κατηγορηθεί για όλα τα λάθη και τα προβλήματα.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
But little did anyone know at the time, that I, Julius Caesar, would one day solve the country's troubles.
Αλλά κανείς δεν ήξερε εκείνη την εποχή, ότι εγώ, ο Ιούλιος Καίσαρας, κάποια μέρα θα έλυνα τα προβλήματα της χώρας μου.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Several days after all the trouble began, a very pale looking Queen walked into the kitchen.
Αρκετές μέρες μετά από τότε που ξεκίνησαν τα προβλήματα, μια πολύ χλωμή Βασίλισσα μπήκε στην κουζίνα.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Avoid getting into trouble.
Αποφύγετε να βρεθείτε σε μπελάδες.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
What would happen if they discovered she had got them in trouble?
Τι θα συνέβαινε εάν ανακάλυπταν ότι τους είχε βάλει σε μπελάδες;
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Do you have any trouble with that?
Έχεις κανένα πρόβλημα μ' αυτό;
wymowa wymowa wymowau Report Error!
I could get in trouble if I did that.
Θα μπορούσα να μπλέξω σε μπελάδες, αν το έκανα αυτό.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
In the best-case scenario, life is just a sea of troubles.
Στην καλύτερη περίπτωση η ζωή είναι μια θάλασσα προβλημάτων.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
Thanks for your trouble.
Ευχαριστώ για τη βοήθειά σου.
wymowa wymowa wymowau Report Error!
The doctor was not sure what the trouble was.
Ο γιατρός δεν ηταν σίγουρος ποιο είναι το προβλημα .
wymowa wymowa wymowau Report Error!

Synonimy

disturbing: distressing, disquieting, alarming


© dictionarist.com